Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Ζωή - Όνειρα

Και ξυπνάς μια μέρα και έχεις φτάσει πια 28...ούτε και έχεις καταλάβει πως έχει περάσει έτσι ο καιρός, μόνο μια στιγμή σε χτυπάει σαν κεραυνός εν αιθρία και στέκεσαι σκεπτόμενος που πήγε η ζωή σου. Από που ξεκίνησες, πού ήθελες να πας και που τελικά κατέληξες, συγχέονται όλα στο μυαλό σου και προσπαθείς να θυμηθείς ποιός είσαι. Πώς πέρασε ο καιρός και μαζί του πήρε τη ζωντάνια και τα όνειρα σου. Η καθημερινότητα είναι η αλήθεια δεν έχει πολύ χώρο για όνειρα. Ακόμα κι αν κάποιος είναι ονειροπαρμένος όπως εγώ, νομίζω λίγο πολύ όλοι το γνωρίζουμε και ως ένα σημείο το δεχόμαστε. Κάποια όνειρα δυστυχώς, δε χωράν σε αυτή τη ζωή. Ή τουλάχιστον σε αυτή τη χώρα ή σε αυτό τον κόσμο. Και μετά έρχεται το ερώτημα. Είναι καλό να είσαι ρεαλιστής τελικά; Πώς μπορεί κανείς να αντέξει σε ένα κόσμο χωρίς όνειρα; Κι αν πρέπει να είμαστε ρεαλιστές ως που πρέπει να βάζουμε αυτό το όριο; Τι να αποδεχόμαστε; Για μένα φαντάζει τρομερά δύσκολο να δεχτώ κάποια πράγματα ως έχουν, όπως κάποιοι άλλοι θέλουν να πιστεύουν πως είναι. Ας μη ξεχνάμε ότι ο κόσμος δεν άλλαξε από ρεαλιστές μόνο, αλλά και από ονειροπόλους. Ανθρώπους με όραμα για έναν διαφορετικό κόσμο. Έναν κόσμο όπου το διαφορετικό θα μπορεί να είναι αποδεκτό και δε θα χρειάζεται κανείς να κρύβεται πια. Έναν κόσμο όπου χωράνε όλοι κι έχουν δικαίωμα εξίσου να ονειρεύονται και να ελπίζουν. Όμως, πόσος ρεαλισμός χωράει σε ένα όνειρο; Αξίζει να ονειρεύεσαι χωρίς αντίκρυσμα στον πραγματικό κόσμο; Αξίζει να είσαι σκλάβος των ονείρων σου; Πού αρχίζει η ζωή και πού τελειώνει το όνειρο; Τελικά αξίζει μια ζωή δίχως όνειρα; Ακόμα κι αν αυτά δεν πραγματοποιηθούν ποτέ και πονάει η ανάμνηση του παλιού σου εαυτού και των ονείρων σου που χάθηκαν, αντέχει άραγε κανείς μια ζωή χωρίς αυτά; Ερωτήματα που κατακλύζουν το μυαλό μου σε καθημερινή βάση, ειδικά τώρα που έχω άπλετο καιρό για σκέψη και διαλογισμό. Εγώ πάντως, καλώς ή κακώς, δυστυχώς ή ευτυχώς, δε μπορώ να σταματήσω να ονειρεύομαι. Κι αν τα παλιά όνειρα ανήκουν στο παρελθόν, έρχονται τα καινούρια και μου χτυπάν την πόρτα, γιατί έτσι μόνο μπορώ να συνεχίσω να ζω. Με τη μόνη διαφορά ότι πλέον δεν είμαι πια παιδί και προσπαθώ να βάζω και μια δόση ρεαλισμού σε αυτά. Εκτός, φυσικά, από τις φορές που περπατώ αμέριμνα στο δρόμο, όπου σκέφτομαι και φαντάζομαι τόπους μακρινούς. Τη δικιά μου χώρα του ποτέ. Καληνύχτα σας.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ελλάδα - Γάζα

  Είναι απίστευτο όταν συνειδητοποιείς πόσα πράγματα συμβαίνουν γύρω σου κάθε στιγμή, ειδικά όταν όλα σου μοιάζουν ακίνητα. Την ίδια στιγμή που εσύ κάθεσαι μπροστά από μια οθόνη, ένας άνθρωπος πετυχαίνει κάτι που θα αλλάξει την ιστορία της ανθρωπότητας. Κάποιος άλλος κερδίζει δόξα, άλλος τη χάνει, κάποιος διασκεδάζει, κάποιος υποφέρει, κάποιος γεννιέται και κάποιος πεθαίνει.
  Καθισμένη σε ένα σαλόνι , μπροστά από μια τηλεόραση ακόμα ένα ζεστό κυριακάτικο μεσημέρι, με το μυαλό μου ένα βήμα πριν το λήθαργο, η μοναδική αυτή σκέψη μου δημιουργεί ξαφνικά μια απίστευτη πνευματική διαύγεια. Κάτι που, ειλικρινά, ώρες ώρες, δεν είμαι εντελώς βέβαιη ότι θέλω να συμβαίνει. Μοιάζει σαν να ξύπνησε κάτι που βρισκόταν σε βαθύ ύπνο μέσα μου και η σκέψη και μόνο αυτού του πλάσματος με τρομοκρατεί. Από τη μία, ευχόμουν να μπορούσα να αποβλακωθώ, για να μη σκέφτομαι και να μη φοβάμαι αυτή τη σκοτεινή σκιά που παραμονεύει σε κάθε προσπάθεια ανάκτησης γαλήνης, από την άλλη όμως, αισθάνομαι ευγνώμων που το μυαλό μου αρνείται να ενδώσει κι απεγνωσμένα προσπαθεί να ξυπνήσει κάτι μέσα μου. Προσπαθεί να με κάνει να νιώσω ζωντανή. Το δεύτερο κακό, όμως με αυτή την αίσθηση, είναι ότι ξαφνικά συνειδητοποιώ όλο το χρόνο που έχω χάσει. Πώς άφησα τη ζωή να ξεγλιστρήσει; Τώρα, το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να στέκομαι παγωμένη χωρίς μια αχτίδα ζεστασιάς και να αντικρίζω το κρύο μέλλον και το μοναχικό παρελθόν. Κι έτσι, καθώς στέκω, ανήμπορη να κάνω ένα βήμα μπρος ή πίσω, μου έχει απομείνει μόνο ένα συναίσθημα να μου θυμίζει ότι ζω, ο πόνος. Ξάφνου, δάκρυα κυλάνε πάνω στα άχρωμα μάγουλα. Δεν υπάρχει ήχος. Μόνο σιωπηλά στάζουν τα μάτια. Κι ο πόνος μεγαλώνει, για όσα δεν υπήρξαν ποτέ, για όσα δε θα μπορέσουν να υπάρξουν. Ελευθερία, ειρήνη, σεβασμός, ανθρωπιά, δικαίωμα στη ζωή, δικαίωμα στο μέλλον. Έννοιες που έχουν ξεχαστεί τόσο στην εμπόλεμη ζώνη, όσο  και στη δική μου λησμονημένη χώρα. Κι ο πόνος μεγαλώνει. Ζωές χάνονται σε μια στιγμή κι εσύ ανίκανος να βοηθήσεις, ανίκανος να ζήσεις τη δικιά σου ζωή αισθάνεσαι ότι τίποτα δεν έπρεπε να σου ανήκει. Το παιδί που αιμορραγεί θα μπορούσε να είναι εσύ. Και προσπαθείς να ζήσεις μα δεν τα καταφέρνεις, σου φαίνονται όλα μάταια και θες να αλλάξεις, να ζήσεις ελεύθερος, να κυνηγήσεις τα όνειρα που χάθηκαν, για σένα, για εκείνους που δεν μπόρεσαν να ονειρευτούν, αλλά μετά ξεχνάς. Η διαύγεια χάνεται με το που ακούς μια φωνή. Η καθημερινότητα σε καλεί. Ο πόνος μένει πάντα εκεί σαν μια πληγή που ανοιγοκλείνει με τις θύμησες. Δάκρυα λιμνάζουν βαθιά και περιμένουν το επόμενο ξύπνημα. Ένας κόσμος που παρασιτεί σε μια τσακισμένη ελπίδα. Πότε επιτέλους θα ξυπνήσω ολοκληρωτικά; Ίσως ποτέ. Και η ζωή συνεχίζεται με θάνατο σε κάθε αξία. Κι εσύ υπομένεις και περιμένεις. Σήμερα, αύριο, πάντα.